ανάγνωση αρχαία ελληνική νάγνωσις ναγιγνώσκω - ανάγνωση θηλυκό // η κατανόηση ενός γραπτού κειμένου, μέσα από τηναναγνώριση των συμβόλων του // συνώνυμα: διάβασμα // η απόδοση ενός γραπτού κειμένου με προφορικό λόγο ενώπιον ενός ακροατηρίου ή όχι // (σχολείο) το μάθημα στο οποίο οι μαθητές μαθαίνιυν να αποδίδουν προφορικά ένα γραπτό κείμενο // (συνεκδοχικά) το κείμενο του παραπάνω μαθήματος // η κατανόηση των συμβόλων μιας άγνωστης ακόμη γλώσσας, η αποκρυπτογράφηση // η πρώτη προσέγγιση των ρόλων ενός θεατρικού έργου, κατά την πρώτη κοινή συνάντηση των ηθοποιών που θα τους ερμηνεύσουν // ο τρόπος ερμηνείας ενός μηνύματος με πολλές σημασίες.